Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Με την Άννα στην Εσθονία


Πώς ξεκινάει ένα ταξίδι; Σύντομα θα διαβάσετε, όχι από μένα, αλλά μέσω εμού, έναν πολύ απλό και, όπως αποδείχτηκε, επαρκέστατο τρόπο να ξανανταμώσουν φίλοι και να περάσουν(=περάσουμε) και καλά. Και τότε, όλα άρχισαν με μια ερώτηση.

Και γράφω “και τότε”, γιατί με μια ερώτηση άρχισε και η παρακάτω ιστορία. “Τι θα κάνεις το Σαββατοκύριακο;”. Η Άννα είναι τύπος που κάνει πολλές ερωτήσεις. Τα κενά και οι γκρίζες ζώνες γενικά δεν είναι πολύ αποδεκτά στην ιδιοσυγκρασία της. Οι ερωτήσεις της όμως είναι, ή έτσι δείχνουν, μοναδικές. Δε θυμάμαι να με είχε ξαναρωτήσει κάτη τέτοιο, ούτε θυμάμαι να με ξαναρώτησε. Όπως και άλλη μια φορά έκανε μια πολύ απλή ερώτηση, μία και μοναδική φορά, που όμως με οδήγησε στη συνειδητοποίηση της εξάρτησης μου (μιας εκ των εξαρτήσεων μου). “Λέω να πάω στο Ταλίν”. “Θέλεις να το αφήσεις για το επόμενο Σ/Κ, να πάμε μαζί;”. Ένιωσα τυχερός- θα είχα παρέα.. Εννοείται πως ήθελα..

Και κανονίστηκε, της είχαν περισσέψει και μέρες άδειας, είχε το περιθώριο να έρθει στο Gulbene και να φεύγαμε από δω για Εσθονία. Όπως είναι προφανές, ο τίτλος θα μπορούσε να είναι “η επισκέπτρια”. Δεν είναι, λόγω αφενός της ύπαρξης έμπνευσης (το προφανώς να τονιστεί) για τον τίτλο, αφετέρου της εν συνεχεία συνέχισης εισροής επισκεπτών.

Η Άννα είναι από την Πολωνία. Γνωριστήκαμε σε ένα σεμινάριο. Και ναι, είχα επισκέπτες στο παρελθόν. Αλλά η Βαλέρια είχε έρθει για τη Maija και για μένα, και η Maija ήρθε στο Gulbene άλλες 2-3 φορές, δεν της φαινόταν ότι βρίσκεται στην άκρη της γης, όπως στους υπόλοιπους Λετονούς. Αλλά η Άννα, η Άννα ήρθε για μένα..

Μιλούσαμε πολύ έτσι κι αλλιώς, είχε αναλάβει μάλιστα, στην πραγματικότητα το είχε πάρει πολύ προσωπικά, να με προετοιμάσει, ψυχολογικά και υλικά, εν όψει κρύου. Προφανώς τα έχει καταφέρει, αφού όχι μόνο είμαι ακόμα καλά, σώος και αβλαβής, σε θερμοκρασίες στις οποίες δεν ήμουν συνηθισμένος ούτε εγώ, ούτε το σώμα μου, πχ -10(ανώτερη) εδώ και κάνα μήνα, με χαμηλότερη -28 και να έχω να δω + στο θερμόμετρο, έστω και για λίγο, έστω 0 ρε παιδιά, από μέσα Νοέμβρη, αλλά και δεν έχω αισθανθεί ακάλυπτος στο κρύο (μόνο 1-2 φορές που έκανα το λάθος να ξυριστώ..).
Η γνώμη της με ενδιαφέρει πολύ έτσι κι αλλιώς, ένας λόγος παραπάνω να την αποζητώ είναι ότι η Άννα είχε κάνει, λίγα χρόνια πριν, το ίδιο πρόγραμμα, και μάλιστα στη χώρα που αποτελούσε την πρώτη μου επιλογή, τη Βοσνία.

Στο Gulbene περάσαμε ωραία, βόλτες, φωτογραφίες, φαγητό στα καλύτερα εστιατόρια της πόλης, 2 είναι, το κυριλέ και το “σαλέ”, το δεύτερο απλά ένα ξύλινο κτίριο, ζεστό και ψηλά ακόμα και για τα δικά μου, ελληνικά – υψηλά – δεδομένα (αυτό πολύ φοβάμαι ότι κάπου, κάποτε το έχω ξαναγράψει, επανάληψη αρχή έλλειψης έμπνευσης ή επανάληψη μήτηρ πάσης σοφίας;) και είναι και καλύτερο, ταινίες, οι περίφημες κρέπες από τα χεράκια μου..
Αλλά και ώρες μαζί στο γραφείο, είχα ανάγκη κάποιον που ήξερε και μπορούσε να δει από πρώτο χέρι πώς έχει η κατάσταση και να κρίνει με βάση ανάλογες εμπειρίες και όχι γενικά από διαίσθηση και φαινομενικά αστήρικτη υποκειμενικότητα.

Με την Άννα, όσο ήμασταν ακόμα στο Gulbene, πήγαμε και σε σχολείο, για παρουσίαση, ήταν η εβδομάδα “διεθνούς πολιτισμού” ή κάτη τέτοιο.. Πήγαμε σε 2 τάξεις, για διαπολιτισμική συνδιαλλαγή. Στην αρχή πήγαμε στην 4η δημοτικού, την ενωμένη τετάρτη, αφού τα 2 τμήματα έγιναν 1. Εκεί κατά κάποιο τρόπο ένιωθα ότι έδινα εξετάσεις, αφού στο πρώτο πρώτο θρανίο, με το πανέξυπνο βλέμμα της, που προφανώς πήρε από τη μαμά της, καθόταν η Άννα, η μεγαλύτερη κόρη της Ieva. Η Inga, η φίλη μου η ηθοποιός προσφέρθηκε να είναι η ενδιάμεση, ανάμεσα σε μας και τα 10χρονα, οι ερωτήσεις των οποίων, όσο αθώες και αφελείς θα φαίνονταν αν τις έγραφα εδώ, ήταν πολύ ουσιαστικές για τα παιδιά, τα περισσότερα από τα οποία συμμετείχαν πολύ ενεργά και έδειξαν να το ευχαριστιούνται κιόλας. Πόσες φορές άλλωστε θα έχουν την ευκαιρία να έχουν στην τάξη τους έναν έλληνα και μια πολωνή; Και πόσες φορές επίσης (και συγγνώμη για το εγωιστικό του πράγματος, για μένα ήταν ακόμα σημαντικότερο..) θα μπορούσα να μιλήσω με τον απλούστερο δυνατό τρόπο, χωρίς περικοκλάδες και περιτυλίγματα εντυπωσιασμού, τη χώρα από την οποία έρχομαι, τις ομορφιές της και τα πράγματα που μου λείπουν; Στη συνέχεια πήγαμε και στην τάξη της Inga(με την Inga συμβαίνει και το εξής αξιοσημείωτο: έχει μια αδελφή, τη Justine, 2 χρόνια μεγαλύτερη, αλλά όταν κάποιος αναφέρεται στις αδελφές, λέει “η Inga και η αδελφή της..”), δευτέρα λυκείου, προφανώς όλοι χαίρονταν που μας είχαν για να φύγει και γρήγορα η ώρα και να χαθεί το μάθημα, λογικό σε τέτοιες ηλικίες (αλλά ένα ζορμπά τον χορέψαμε – κι εκεί..).

(Κάποια στιγμή ίσως γράψω και τι κάνω στις “τακτικές” παρουσιάσεις που κάνω στα σχολεία.)

Κεντρική Πλατεία


Παρασκευή πρωί, πρωί πρωί όμως, 7 παρά 10 έπρεπε να είμαστε στο σταθμό στην άλλη άκρη της πόλης, δηλαδή να φύγουμε 6 από το σπίτι, αφήσαμε πίσω μας το Gulbene για να πάμε στην πρωτεύουσα της βορειότερης εκ των βαλτικών χωρών.
12 φεύγαμε από Ρίγα, πριν τις 16.30 φτάναμε στο ηλιόλουστο (τυχεροί και σ' αυτό) Ταλίν. Τα προάστιά του έμοιζαν με σκανδιναβικής μεγαλούπολης, άλλωστε και οι ίδιοι οι Εσθονοί νιώθουν πολύ περισσότερο φύλο συγγενικό με τους Φινλανδούς (θυμίζω ότι φινλανδικά, ουγγρικά και η γλώσσα που μιλιέται στη χώρα των βάσκων δεν ανήκουν στις ινδοευρωπαϊκής προέλευσης γλώσσες), καμία σχέση με τους νότιους λετονούς και λιθουανούς, που τους έχουν λίγο στο δούλεμα, ότι είναι εκνευριστικά αργοί, στις κινήσεις και στη σκέψη (ανέκδοτο λετονικό: -Τι έγινε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2008; -Έφτασαν οι Εσθονοί για τους Ολυμπιακούς Αγώνες – 4 χρόνια μετά..).

Κακιούλες.. Καλώς ή κακώς πάντως, μάλλον κακώς, δεν έχω να πω πολλά για τους Εσθονούς.. Το hostel ήταν στο κέντρο της παλιάς πόλης, της μοναδικής που έχω πάει και δικαιούται το χαρακτηρισμό “κουκλίστικη”, στην τουριστική καρδιά του Ταλίν, οπότε.. Μικροπραγματευτάδες, σερβιτόροι και υπαίθριοι καλλιτέχνες, οι μόνες μας επαφές με αυτόχθονες. Το δωμάτιο ωραίο και ζεστό, οι καθρέφτες όλοι εφοδιασμένοι με καπέλα ή μουστάκια, για να ξεκινάει η μέρα με χαμόγελο, χαμόγελο που είχε μέχρι τ'αυτιά η Νατάλια, η κοπέλα από το πολωνικό ζευγάρι που ήταν οι συγκάτοικοί μας, εφόσον, βρήκε τα πάντα πολύ φτηνά, κι έκανε τις καλύτερες δυνατές συμφωνίες, με το μικρότερο δυνατόν κόστος, λεωφορεία, φαγητό, μέχρι και supermarket. Από εδώ βγήκε η ατάκα της εκδρομής “this is too expensive, Natalya would find it cheaper..”.

Φαρμακείο
Ταξιδιωτικές ιστορίες δεν ξέρω να γράφω, την επιείκεια σας ζητώ.. Έχουμε και λέμε:
Η παλιά πόλη έχει την ιδιαιτερότητα , ίσως και την τύχη, να περικλείεται ολόκληρη από τείχος, που σώζεται, με τις κατάλληλες αναστηλώσεις, σε πολύ καλή κατάσταση. Υπάρχει δηλαδή ένα ορατό σύνορο που διαχωρίζει την παλιά από τη νέα πόλη, σε αντίθεση π.χ. Με τη Ρίγα που κοιτάς δεξιά, κοιτάς αριστερά, δεν περνάνε αυτοκίνητα, περνάς και τσουπ! Παλιά πόλη!
Εκκλησίες, πύργοι, πολεμίστρες, ανεβήκαμε και σ'εναν πύργο, με στενά πέτρινα σκαλοπάτια, η θέα μας αποζημίωσε (βελτιώνομαι στις περιγραφές..).. Α.. Και εννοείται ότι, τουλάχιστον για μένα, το ομορφότερο αξιοθέατο ήταν η θάλασσα, 200 μέτρα έξω από το τείχος..
Η μεσαιωνική ταβέρνα, με τους αναλόγως ενδεδειγμένους σερβιτόρους (“οι μερίδες δε συνοδεύονται από ρύζι ή πατάτες, δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα στη μεσαιωνική Ευρώπη..) πίσω από το Δημαρχείο, στη μέση της κεντρικής πλατείας και απέναντι από το παλαιότερο (;) φαρμακείο της Ευρώπης, το ίδιο το Δημαρχείο, η ρώσικη εκκλησία του Αλέξανδρου Νιέφσκι – συναγωνίζεται σε πολυτέλεια την αντίστοιχη εκκλησία στο κέντρο της Σόφιας, στο λόφο απέναντι από το Κοινοβούλιο, η τουριστική γειτονιά, ίσως η πιο high class τουριστική περιοχή που έχω δει ποτέ, με σουβενίρ ποιοτικά, δε βρίσκεις τέτοια αίσθηση ποθενά, ότι οι άνθρωποι απλά κάνουν τη δουλειά τους και προσφέρουν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες, η συλλογή από σφηνάκια από τις πρωτεύουσες που θα επισκεπτόμουν για πρώτη φορά που ξεκίνησα εκεί (από τη Ρίγα πήρα αργότερα), το “Συρτάκι”, η ταβέρνα με ελληνικό φαγητό πίσω από τη ρώσικη εκκλησία, κανείς έλληνας δε δούλευε εκεί, έπαιζε Πανταζή μετά από Βοσκόπουλο, ένας έλληνας φοιτητής με την παρέα του έκατσαν εκεί, εμείς κάτσαμε στην άλλη ελληνική ταβέρνα, την “Άρτεμη”, την έχουν 2 έλληνες, πετύχαμε τον ένα, το Λουκά, μου έδωσε κι ένα λινκ να βλέπω ζωντανά αγώνες μέσω ίντερνετ, αρκετά αξιόπιστο..
Νιέφσκι και Συρτάκι

Μικρούτσικο και αγαπησιάρικο, έστω μόνο για ένα σ/κ, το Ταλίν έγινε και εξακολουθεί να αποτελεί την αγαπημένη μου πρωτεύουσα της Βαλτικής, αν θα καταφέρει η Ρίγα να το αλλάξει αυτό θα δούμε, μάλλον δύσκολα..

Άκρη του τείχους και Βαλτική

Με την Άννα θα μπορούσαμε να είχαμε περάσει και καλύτερα, αν, και αναλαμβάνω την ευθύνη γι'αυτό, δεν έβγαζα πάνω της την πίεση που είχε συσσωρευτεί αυτό τον καιρό. Μπορεί να μου στοίχισε λίγο, αλλά γενικά μου έκανε καλό το ότι βρήκα έναν άνθρωπο που θεωρώ “δικό μου” για να μπορώ να βγάζω τα νεύρα μου πάνω του. Φυσικά δεν είναι καλό γι'αυτόν (χιχι..!) , αλλά ουδέν καλόν..

Στην επιστροφή η διάθεση ήταν πολύ ανεβασμένη, ξυπνούσαμε τους πάντες στο λεωφορείο με τα γέλια μας, πίτσα στη μεγαλύτερη αλυσίδα, στο υποκατάστημα ακριβώς πίσω από το ρολόι της Laima, και αποχαιρετισμός στο σταθμό λεωφορείων, Κυριακή βράδυ, για Gulbene, με το τελευταίο. Η Άννα θα έμενε Ρίγα. Περίεργος αποχαιρετισμός, ήρθε να με επισκεφτεί και αυτός που έφευγε πρώτος ήμουν εγώ..

Η Άννα έφυγε για Πολωνία το άλλο πρωί, λίγες ώρες μετά.

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

M.K.

“Έχω μια αδελφή, κουκλίτσα αληθινή /
τη λένε Βόρειο Ήπειρο, την αγαπώ πολύ..”

Ποιος θα μπορούσε να το τραγουδάει αυτό; Η πρώτη που μου έρχεται στο μυαλό, είναι η γειτόνισσα.
Νομίζω τα δυο τραγουδάκια τα μάθαμε μαζί, από την κυρία Κατίνα, δασκάλα μου στο δημοτικό, 4 χρόνια, πρώτη-τετάρτη. Με τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό ζήτημα, τις περίφημες δηλώσεις και τα πολιτικά γεγονότα, συν την όποια ελληνοχριστιανική παράδοση που οφείλει το ελληνόπουλο να κουβαλάει και να γαλουχηθεί στα ιδεώδη της, το τραγουδάκι πήγαινε κάπως έτσι:

................................................................

Πολλά χρόνια μετά, ήρθε η ώρα μου να ορκιστώ κι εγώ, φαντάρος.. Τρίπολη, Νοέμβρης του 2007, 301 ΕΣΟ, κρύο, πεζικάριος ανάμεσα σε διαβιβαστές, μάθαμε τα πάντα, από-καλυφθείτε, όρκοι, καλύ-φθειτε, βήμα, πάνω-κάτω, πέρα-δώθε, ένα-δύο-εν-δυο-εν-δυο-ένα, καλοί ήμασταν, τσακωνόμασταν για τη σειρά στο ύψος, σαν παιδάκια δημοτικού, σειρά είχαν τα ΖΗ-ΤΩ, με τον τονισμό στο Ω, το μάθαμε κι αυτό, κάτη είπαν πάλι οι σκοπιανοί λίγες μέρες πριν την ορκωμοσία, τα παίρνει ο διοικητής, μανιάτης γαρ, και θέλοντας να αποδείξει στους προαιώινιους βόρειους εχθρούς το ηθικό και τις ικανότητες των ελλήνων στρατιωτών, δίνει εντολή να μάθουμε όλοι να τραγουδάμε, και να το εκτελέσουμε μάλιστα και live αμέσως μετά την τελετή ορκωμοσίας, το τραγουδάκι που πιο πάνω αντικαταστάθηκε με τελίτσες.
Οι άλλοι λόχοι, πεζικάριοι και από νωρίς στα βάσανα (όταν εμείς ξυπνούσαμε, αυτοί επέστρεφαν από πρωινό), έμαθαν το τραγούδι γρήγορα και σωστά, πολεμικό εμβατήριο. Μικρή παρένθεση, για να σας πάω πολύ πίσω , σε μια από τις πρώτες αναρτήσεις.. Όταν έγινε αναφορά στο γερμανικό εθνικό ύμνο, ξέχασα να αναφέρω ότι λέγεται στις πηγές ότι σε μία από τις φονικότερες μάχες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ένα τάγμα που έμεινε στην ιστορία, αποτελούμενο από γερμανούς σπουδαστές, εθελοντές και με πλήρη άγνοια του τι εστί πόλεμος, σχεδόν η επανάληψη της ιστορίας με τον Ιερό Λόχο του Υψηλάντη, βάδιζε στη μάχη έχοντας τον ύμνο του Χάυντν για πολεμικό εμβατήριο. Ο ίδιος ο Χίτλερ, που επίσης συμμετείχε σε εκείνη τη μάχη, δήλωνε ότι θυμόταν το συγκεκριμένο τάγμα να βαδίζει τραγουδώντας. Το θέμα βέβαια είναι, ότι ένα τόσο αργό τραγούδι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πολεμικό εμβατήριο. Ένα από τα κακοπροαίρετα σχόλια (το οποίο όμως ανεπιφύλακτα υιοθετώ) που διάβασα ψάχνοντας αυτή την ιστορία ήταν το “αν πήγαιναν με το ρυθμό του κομματιού, θα έπρεπε να πηγαίνουν με 1η, ή με αργή κίνηση – καμία εντύπωση που εξολοθρεύτηκαν”.
Και επιστρέφουμε στην Τρίπολη, 11ο Σύνταγμα Πεζικού, και μαθαίνουμε το τραγούδι, και μαζευόμαστε όλοι την παραμονή για την πρόβα τζενεράλε. Και ξεκινάμε να τραγουδάμε..
“Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα /
που έδιωξες τους τύραννους, κι ελεύθερη είσαι τώρα..”

Οι άλλοι λόχοι, έτοιμοι να εισβάλλουν στην Οχρίδα, τραγουδούν κουνώντας το κεφάλι μπρος πίσω και πάνω κάτω, να μη χάσουν το ρυθμό, ποδοσφαιρικό σύνθημα..
“Μα-κε-δο-νί-α-ξα-κου-στή-του-Α-λε-ξάν-δρου-η-χώ-ρα /
Μα-κε-δο-νί-α-ξα-κου-στή-του-Α-λε-ξάν-δρου-η-χώ-ρα /
που-έ-διω-ξες-τους-βάρ-βα-ρους,-κι ε-λεύ-θε-ρη-εί-σαι-τώ-ρα..”
Κοφτά, χωρίς κενά, με μια αναπνοή..

Στο συγκεκριμένο στρατόπεδο, υπάρχει μια τεράστια αυλή, με ένα μεγάλο κτίριο στη μια πλευρά.. 4 λόχοι στεγάζονταν εκεί. Σ'εκείνη την ΕΣΟ, οι νεοσύλλεκτοι ήταν περισσότεροι, αναγκάστηκαν να ανοίξουν άλλους 2 λόχους, απέναντι.. Ο 5ος δεν άντεξε πολύ, ήταν λίγοι, τα άτομα απορροφήθηκαν από τους υπόλοιπους. Ο 6ος, άνοιξε μετά από 4 χρόνια, κλεισούρα, σκόνη και βρώμα.. Εκεί ήμασταν εμείς, στο κτιριάκι απέναντι. Στην πρόβα κάθε λόχος ήταν μπροστά από το κτίριο του..

“Μακεδονίίίία ξακουστήή του Ααλεξάάάνδρου η χώώώώώρα /
“Μακεδονίίίία ξακουστήή του Ααλεξάάάνδρου η χώώώώώρα /
που έδιωξεεεεες τους τύύραννους, κι ελεύθερη είίίίίσαι τώώώώρα..”
είπαμε οι φιλόμουσοι, προσπαθώντας με τις αγριοφωνάρες μας να δώσουμε μελωδία, μακρόσυρτα, σαν σε γιορτή, όχι σε πολεμο..

Από το μικρόφωνο ο διευθυντής ορχήστρας δίνει εντολή να σταματήσουν όλα. Γυρίζει προς το μέρος μας. “Δημήτρη”, λέει στο λοχαγό, ένα βαριεστημένο ανθρωπάκι που δεν ενοχλούσε κανέναν και το μόνο που ήθελε ήταν να μην τον πολυσκοτίζουν, “τι είναι αυτά;”. “Το τραγούδι δε λέει τύραννους, τι το κάναμε εδώ; Στρατός είμαστε, όχι διπλωματικό σώμα.. Βάρβαρους λέει το τραγούδι, τι τύραννους και δημοκρατίες;”.

Η πρόβα τελείωσε άδοξα για μας. Έπρεπε να συγκεντρωθούμε όλοι και να μάθουμε το τραγούδι με τους νέους στίχους.. Φεύγοντας, όλοι οι λόχοι φώναξαν τα συνθήματά τους.. “1ος λόχος, ΔΥ-ΝΑ-ΜΗ!”, “2ος λόχος, Α-Ε-ΤΟΙ!”, “3ος λόχος, Α-ΝΤΟ-ΧΗ”, “4ος λόχος, ΛΕ-Ο-ΝΤΕΣ!”, 5ος δεν υπήρχε, ήρθε κι η σειρά μας, εμείς δεν τα ξέραμε αυτά, πρώτη φορά τα ακούγαμε, μείναμε σιωπηλοί αλλά πριν προλάβουμε καν να κοιταχτούμε, ακούγεται ανάμεσά μας μια φωνή “6ος λόχος, ΚΑ-ΨΙ-ΜΙ!”. Γέλια, ακούει ο διοικητής , βάζει μια φωνή “πώς τολμάτε και γελάτε;”, ο λοχαγός βρίσκει τον φταίχτη, του ρίχνει 5 μέρες φυλακή επί τόπου..

Μαθαίνουμε το τραγούδι, βάζουμε τα καλά μας την άλλη μέρα, γίνεται όλη η διαδικασία, δεσποτάδες, ψαλμωδίες και καντάδες, πλήθος κόσμου, τελειώνει η ορκωμοσία, βγαίνει ο Μίλτος Μακρίδης, συγγνώμη, ο διοικητής, “και τώρα ένα τραγούδι για τη Μακεδονία μας!”, “1,2,3”
“Μα-κε-δο-νί-α-ξα-κου-στή-του-Α-λε-ξάν-δρου-η-χώ-ρα /
Μα-κε-δο-νί-α-ξα-κου-στή-του-Α-λε-ξάν-δρου-η-χώ-ρα /
που-έ-διω-ξες-τους-βάρ-βα-ρους,-κι ε-λεύ-θε-ρη-εί-σαι-τώ-ρα..”
οι 4 πρώτοι λόχοι, οι στρατιώτες,
“Μακεδονίίίία ξακουστήή του Ααλεξάάάνδρου η χώώώώώρα /
“Μακεδονίίίία ξακουστήή του Ααλεξάάάνδρου η χώώώώώρα /
που έδιωξεεεεες τους βάάρβαρουυς, κι ελεύθερη είίίίίσαι τώώώώρα..”
ο 6ος, εμείς οι καλλίφωνοι και καλλιτέχνες..

Εννοείται ότι όταν έφταναν οι άλλοι στο “τώρα”, εμείς ήμασταν ακόμα στο έδιωξες..
Και βάζει το κοινό στα γέλια και οι 3 στροφές του τραγουδιού (οι παραπάνω στίχοι δεν είναι καν το μισό της πρώτης στροφής) είναι ατελείωτες, να κάνουν παύσεις οι άλλοι μεταξύ των στροφών, εμείς να τραγουδάμε, στις δικές μας παύσεις οι μισοί από μας να τις ακολουθούν, οι άλλοι μισοί να προσπαθούν να φτάσουν τους άλλους λόχους, στον ίδιο λόχο οι μισοί τραγουδούσαμε και οι άλλοι μισοί να μας κάνουν δεύτερες φωνές, γέλιο, πολύ γέλιο, δυστυχώς δεν υπάρχει σε βιντεάκι, αν το βρείτε στείλτε το..

Και τελείωνει κάποια στιγμή το μαρτύριο, και λέει ο Μίλτος “και τώρα παρέλαση” και μέχρι να ανασυνταχθούμε και να μας βρίσει ο λοχαγός, έχει τρέξει σφαίρα ο διοικητής πίσω μας, εν εξάλλω καταστάσει, κατακόκκινος, μίνι- εγκεφαλικό, “Δημήτρη, να τους πας με βήμα στην αφετηρία για το βήμα, και να ξανατραγουδησουν για τιμωρία..!”.
Και παίρνει το αυστηρό του ύφος ο λοχαγός και ξεκινάμε το βήμα, πιάνουμε και το τραγούδι, το ξανακάνουμε, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες, μπάχαλο, να έχει πέσει κάτω το κοινό και να κλαίει από τα γέλια, τους φτιάξαμε τη μέρα, “να δείτε τι θα πάθετε όταν γυρίσετε”, μας απείλησε ένας άλλος λοχαγός, φεύγαμε μισή ώρα μετά για την πρώτη μας άδεια, τίποτα δεν πάθαμε μετά, μόνο τα σουβλάκια και τα delivery κουράστηκαν, εμείς ποτέ και καθόλου..

Κι έτσι κύλησε η θητεία μου, γεμάτη παρόμοια ευτράπελα, νομίζω πάντως ότι αυτό παρέμεινε, μέχρι το τέλος, το κορυφαίο σκηνικό.

ΜΚ είναι, ιντερνετικά, η κατάληξη στις σκοπιανές ηλεκτρονικές διευθύνσεις, όπως στις ελληνικές είναι το gr.
Εδώ πάντως δεν γράφτηκε γι'αυτό. Ούτε να κάνετε αναγωγές, ότι η λετονική εμπειρία είναι δεύτερος στρατός, κι ας μετρόυσα μέρες με το που πάτησα το πόδι μου εδώ (από σύμπτωση, όταν ήρθα, μου έμεναν 301 και σήμερα..)

Ήθελα να γράψω για εντελώς άλλο θέμα.. Αλλά είχα προβληματιστεί πολύ για τον τίτλο, και όταν τον βρήκα, με οδήγησε κάπου εδώ.. Αν και.. Όσοι έχουμε περάσει από τον ελληνικό στρατό, απλά δεν μπορούμε να μην τον χωρέσουμε κάπου σε μια συζήτηση, σωστά; ;-) ΜΚ, με την ορθή έννοια αυτή τη φορά, θα υπάρξει πάλι σύντομα..

ΥΓ1. Όπου “γειτόνισσα” (της Βορείου Ηπείρου), βλέπε η Μακεδονία (ή η Ελευθερίου Βενιζέλου στην Πάτρα, πρώτη παράλληλη της -οδού- Βορείου Ηπείρου..)
ΥΓ2. Οι 5 μέρες φυλακή δεν γράφτηκαν/μέτρησαν, φυσικά, ποτέ..

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Και του ΧΡΟΝΟΥ

Πόση ώρα τώρα προσπαθείς να συνδεθείς
Και σε πετάει έξω ο υπολογιστής
Στον ξύπνο κόσμο έξω απ' το λογισμικό
Πώς βρέθηκες ξανά εδώ

Που σου χτυπάν' την πόρτα νάνοι και παιδιά

Και ψέλνουν με βιασύνη την αρχιχρονιά
Κι εσύ που τόσο θα 'θελες να ξεχαστείς
Προφταίνεις κάτι να ευχηθείς.

Μα είν' αλήθεια πως ο χρόνος

Ο,τι παίρνει, το παίρνει για πάντα
Κι είν' αλήθεια πως μετά τα τριάντα
Είναι δύσκολο να κάνεις αρχή
Κι είν' αλήθεια πως και φέτος
το φλουρί θα το βρούνε οι άλλοι
και για σένα θα μείνει μονάχα η κραιπάλη
κι ο ύπνος το πρωί.

Μα κάποιος στρώνει τσόχα, κάποιος πλάι στο φως

Κοιτάει να πέσει έγκαιρα ο γενικός
Και κάποιος γράφει σε CD μια συλλογή
Και κάποιος ντύνεται να βγει.

Κι εσύ που πελαγώνεις και παραπατάς

Και στο τηλέφωνο ποτέ δεν απαντάς
Ανοίγεις το παράθυρό σου και κοιτάς
Και σκέφτεσαι κι εσύ να πας.

Γιατί ο χρόνος δεν υπάρχει

Γιατί ο χρόνος είσαι εσύ και οι άλλοι
Και κανείς δε γνωρίζει η ζωή που θα βγάλει
Κι όλο αυτό είναι μια μεγάλη γιορτή
Κι όποιος είπε "και του χρόνου"
θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος
Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος
Και πες το μου κι εσύ.

                  Και του χρόνου
                  Στίχοι -Μουσική Φοίβος Δεληβοριάς

Καλή χρονιά σε όλους!
Με υγεία και χαρά - και μικρά ή μεγάλα θαύματα :-)

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Φεστιβάλ Ρέζεκνε

Και το πάρτυ το βράδυ στο κάστρο κρατάει πολύ, και γυρίζω σπίτι πιο αργά από ποτέ, κατά τις 8 το βράδυ – όχι ντάξει, αστειάκι, γυρίζω κατά τις 4 αλλά το άλλο πρωί έχει ξύπνημα, πολύ πρωινό ξύπνημα, έπρεπε στις 9 να είμαι στο κέντρο, και 9 δεν είναι νωρίς, για τα ελληνικά μου δεδομένα είναι πολύ νωρίς αλλά για τα λετονικά είναι αρκετά νορμάλ ώρα, όχι όμως για Κυριακή..

Κυριακή πρωί όντως ήμουν στο σημείο που έπρεπε, έξω από το υπό ανακαίνιση Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης και, στο πλάι του, ένα πούλμαν ήταν παρκαρισμένο και διάφοροι φόρτωναν τραπεζάκια και καρεκλίτσες και ρωσικούς δίσκους, δίσκους γραμμοφώνου.. Ήταν και η Άνιτα δίπλα, το μεγάλο αφεντικό , αυτή με είχε καλέσει. Στα πλαίσια περαιτέρω ενσωμάτωσής μου εν μέρει, κυρίως όμως γιατί με χρειάζονταν. Όχι εμένα εμένα, έναν νεαρό που θα έπαιζε το ρόλο που τους έλειπε. Γιατί, δεν ξέρω αν έχει γίνει κατανοητό, αλλά οι μεταφορείς τραπεζιών και δίσκων ήταν οι ηθοποιοί του ερασιτεχνικού θεάτρου της πόλης, θίασος αγαπημένος και δεμένος, εφόσον παίζουν μαζί χρόνια, κάποιοι ακόμα και 15ετία.
Εκείνο το πρωί, ο θίασος ταξίδευε στο Ρέζεκνε, μια πόλη 120χμ μακρυά, νότια, για το φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου της πόλης.

Ήταν ένα ωραίο, ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό (μ'αρέσουν αυτά τα κλισέ..) που έγινε ακόμα πιο ωραίο από τα καλούδια που κυκλοφορούσαν στο πούλμαν, γλυκά και αλμυρά, ελίτσες και ψιψιψόνια, πάστες και σαλαμάκια, κάποια στιγμή βγήκε και μια χειροποίητη σπιτική βότκα, ένα άγγιγμα των χειλιών ήταν υπεραρκετό για τις 10 το πρωί επομένη ξενυχτιού. Όπως βέβαια υποθέτετε, εξαφανίστηκε σε λίγα λεπτά. Και πιάνουν τις κιθάρες και αρχίζουν τα τραγούδια, νόμιζα ότι λένε “λετονικά της τάβλας”, αποδείχτηκε μετά ότι ήταν τα τραγούδια της παράστασης.

Το σκηνικό

Η παράσταση λέγεται(δε θυμάμαι, δε νομίζω να έμαθα ποτέ).. Η όλη υπόθεση εξελίσσεται μέσα σε ένα καφέ-μπαρ. Είναι 2 τύποι, οι πρωταγωνιστές. Είναι και οι μόνοι που μιλάνε βάσει κειμένου. Ομιλίες, ανταλλαγές κουβέντων εκτός πλαισίου και χειρογράφου θα ακουστούν και από τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Το τι ακριβώς συζητούν οι 2, εεεεε.. Ούτε αυτό το ξέρω.. Απλά ο ένας είναι κουστουμάτος και πετυχημένος, ο άλλος φοράει πιο πρόχειρα ρούχα. Οι υπόλοιποι ρόλοι είναι η ιδιοκτήτρια του καφέ – μπαργούμαν (Anita, πριν 2-3 χρόνια ήταν η Ieva – ο θίασος έχει 3 διαφορετικά έργα και τα παίζουν εναλλάξ), ο σύζυγός της, που είναι ο τύπος που παίζει κιθάρα, στη διάρκεια των τραγουδιών έχουμε τη δυνατότητα, οι υπόλοιποι ηθοποιοί, να κινούμαστε και να μιλάμε, όταν σταματήσει το τραγούδι, τα φώτα σβήνουν, οι προβολείς πέφτουν πάνω στους 2 και οι υπόλοιποι στεκόμαστε ακίνητοι, όπως είμαστε τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα, όσο άβολη κι αν είναι η στάση (την πρώτη φορά σε ένα τέτοιο σκηνικό, σταμάτησα μπροστά από τους 2..), 2 ρώσικης καταγωγής νεαροί, ντυμένοι με φόρμες, NY Yankees και NBA, έτοιμοι πάντα για ποτό και καβγά, ωραίοι ρόλοι, έχω πετύχει το πρωτότυπό τους πολλές φορές, ένας ταξιδιώτης, που μπαίνει στο μπαρ για ξεκούραση και πληροφορίες, ένας μεσήλικας που ψάχνει γυναίκα μέσω ίντερνετ και αγγελιών, μια γριά πόρνη, μια βρωμερή γριά ζητιάνα, ένα ζευγάρι στο πρώτο του ραντεβού, μικρό ηλικιακά, εκεί παίζει συνήθως ο Elvis και η φίλη μου η Inga, και ένας εργάτης, που μπαινοβγαίνει, πίνει τα σφηνάκια του και φεύγει, αλλά μετά από λίγο δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό να πιει άλλο ένα, και μια παρέα που γιορτάζουν τα γενέθλια ενός από αυτούς. Δεν υπάρχει αυστηρό πλαίσιο για το ποιος μιλάει και επικοινωνεί με ποιον. Υπάρχει αυτοσχεδιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ των υποκειμένων, προκειμένου ο κάθε ρόλος να εκπληρώσει το πεπρωμένο του, να πέσει πχ ξύλο, η πόρνη να βρει λεφτά και πελάτη, ο ταξιδιώτης πληροφορίες, ο εργάτης να γίνει λιώμα κλπ.

Μπορεί να ξεχνάω και κάποιον ρόλο.. Τότε στο Ρέζεκνε, την πρώτη φορά, έπαιξα τον εργάτη, με τα σφηνάκια, τελείως κόντρα ρόλος, μεγάλο κοινό, δεν τα πήγα και τόσο καλά. Τη δεύτερη έπαιξα τον ταξιδιώτη – ρεσιτάλ! :-Ρ

Το φεστιβάλ, δε θυμάμαι αν το έγραψα νωρίτερα, ήταν διεθνές. Οπότε, μετά την παράσταση είπαμε να μείνουμε λίγο ακόμα, να δούμε και άλλα έργα. Αφού πρώτα φάγαμε σε ένα ωραίο εστιατόριο (με επαλήθευση αυτού που έχω ξαναγράψει: είχαμε σπάσει, ο θίασος, στα 3. Στο μαγαζί μπήκαμε πρώτοι η Anita, o Karlis κι εγώ. Κάτσαμε, παραγγείλαμε.. Μετά από κανά μισάωρο, ήρθε το δεύτερο γκρουπάκι. Χαιρέτησαν, άδειο το μαγαζί, έκατσαν στην άλλη άκρη. Μετά μπήκε και το τρίτο μέρος , με την Edita, τη σκηνοθέτιδα. Αλλού κι αυτοί.. Δεν άντεξα.. Ρώτησα. H Anita γέλασε, “σε πειράζει να τους ρωτήσω;” είπε. “Όχι.(=όχι, δε με πειράζει)”. Kαι ρώτησε. Και όλοι γέλασαν.. “Φυσικά δεν καθόμαστε μαζί, αφού δεν ήρθαμε μαζί” ............. )

Μετά πήγαμε σε μια άλλη παράσταση, το ωραιότερο σημείο της οποίας ήταν όταν σηκώθηκε λίγο παραπάνω το φουστανάκι της ωραιοτάτης δεσποινίδος και μετά, σε υπερπαραγωγή, το ΔΟΝ Ζουάν, στα λετονικά..
Εκεί δεν την πάλευα με τίποτα, ήθελα να κοιμηθώ, έπιασα μια θέση στην τελευταία σειρά.. Το πιο αξιοσημείωτο μέρος αυτής της παράστασης ήταν το “Α γ%$#@ου”, ίσως το πρώτο που είπα σε άνθρωπο εδώ, όταν με σκούντηξε για να περάσει..

Και πάλι πουλμανάκι, και πάλι σπίτια μας.. Δεν είχε βότκες και τραγούδια στην επιστροφή, μόνο ύπνο.Φιλική συμβουλή. Τα φεστιβάλ κινηματογράφου αντέχονται. Θέατρο μία παράσταση τη μέρα είναι, νομίζω, αρκετή..

Χριστούγεννα

Τα φετινά Χριστούγεννα τα πέρασα ήσυχα, πολύ ήσυχα, στο Gulbene. Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, πήρα ξηροκάρπια, πατατάκια και μπύρες και σαν χριστουγεννιάτικο σπασικλάκι, είδα το Love Actually και όλα τα χριστουγεννιάτικα επεισόδια του South Park, δηλαδή καμιά 15αριά.

Και δε με πείραξε καθόλου. Και όχι γιατί η ταινία βλεπόταν, τα πατατάκια είχαν γεύση τυρί και οι μπύρες ήταν μπύρες κανονικές και όχι κάτη σταρένιες που είχα πάρει κάποτε και ακόμα κρυώνουν στο ψυγείο.

Και δε με πείραξε καθόλου γιατί η εβδομάδα, 17-24 Δεκεμβρίου, ήταν η καλύτερη βδομάδα της χρονιάς.
Ήμουν σε ένα μέρος μακρινό, βόρειο, στο βορειότερο σημείο του πλανήτη που έχω φτάσει ποτέ, παγωμένο, χαμηλότερη θερμοκρασία -28C, με 7 υπέροχους ανθρώπους (και 2-3 guest stars)..

Έναν από αυτούς τον ξέρω απέξω κι ανακατωτά, μία κοπέλα την ξέρω αρκετά καλά και με άλλη μία είχαμε πει κάποτε ένα γεια. Με τους άλλους ποτέ, τίποτα, ούτε ήξεραν ότι υπάρχω, ούτε ήξερα ότι υπάρχουν.

Η παρούσα ανάρτηση δε θα μείνει για πολύ πρώτη πρώτη. Σε λίγες ώρες θα (έχει) ανέβει η επόμενη. Αλλά η εμπειρία της “χιονοπαρέας” - όπως αναφέρθηκε αργότερα - (μη γελάτε, η “παρέα της φεγγαρόπετρας” είναι καλύτερη;), δε θα κρυφτεί, δε θα φύγει και δε θα ξεχαστεί.

Στην αφήγηση της Λετονίας είμαι ακόμα τέλη Σεπτέμβρη. Και για πρώτη φορά πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το blog ίσως να μην τελειώσει ποτέ. Και δεν ξέρω αν θα φτάσω να αφηγηθώ με λεπτομέρειες το πώς ήταν το 17-24/12.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ με 2 λόγια να κάνω περίληψη και σύνοψη. Θέλω να τα πω όλα. Και ταυτόχρονα φοβάμαι, ότι ούτε με τα λόγια θα είμαι καλός, και θα υποβαθμίσω την όλη εμπειρία.

Γι'αυτό θα πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά, σε όλα τα παιδιά αυτού του ταξιδιού (με και χωρίς εισαγωγικά), γιατί έκαναν τα Χριστούγεννά μου πιο λαμπερά από ποτέ, κι ας τα πέρασα “μόνος”, μόνος δεν ήμουνα ποτέ, όχι εκείνη τη μέρα..


ΥΓ. Και για να μην ξεχνιόμαστε.. Εκτός από τους νέους ΦΙΛΟΥΣ, ήξερα ότι ήμουν εκεί, και στην Πάτρα, στον καφέ ΤΗΣ παρέας ΜΟΥ.