Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Και του ΧΡΟΝΟΥ

Πόση ώρα τώρα προσπαθείς να συνδεθείς
Και σε πετάει έξω ο υπολογιστής
Στον ξύπνο κόσμο έξω απ' το λογισμικό
Πώς βρέθηκες ξανά εδώ

Που σου χτυπάν' την πόρτα νάνοι και παιδιά

Και ψέλνουν με βιασύνη την αρχιχρονιά
Κι εσύ που τόσο θα 'θελες να ξεχαστείς
Προφταίνεις κάτι να ευχηθείς.

Μα είν' αλήθεια πως ο χρόνος

Ο,τι παίρνει, το παίρνει για πάντα
Κι είν' αλήθεια πως μετά τα τριάντα
Είναι δύσκολο να κάνεις αρχή
Κι είν' αλήθεια πως και φέτος
το φλουρί θα το βρούνε οι άλλοι
και για σένα θα μείνει μονάχα η κραιπάλη
κι ο ύπνος το πρωί.

Μα κάποιος στρώνει τσόχα, κάποιος πλάι στο φως

Κοιτάει να πέσει έγκαιρα ο γενικός
Και κάποιος γράφει σε CD μια συλλογή
Και κάποιος ντύνεται να βγει.

Κι εσύ που πελαγώνεις και παραπατάς

Και στο τηλέφωνο ποτέ δεν απαντάς
Ανοίγεις το παράθυρό σου και κοιτάς
Και σκέφτεσαι κι εσύ να πας.

Γιατί ο χρόνος δεν υπάρχει

Γιατί ο χρόνος είσαι εσύ και οι άλλοι
Και κανείς δε γνωρίζει η ζωή που θα βγάλει
Κι όλο αυτό είναι μια μεγάλη γιορτή
Κι όποιος είπε "και του χρόνου"
θα εννοεί πως δεν τελειώσαμε φέτος
Ευτυχές και στο χέρι μας το νέο έτος
Και πες το μου κι εσύ.

                  Και του χρόνου
                  Στίχοι -Μουσική Φοίβος Δεληβοριάς

Καλή χρονιά σε όλους!
Με υγεία και χαρά - και μικρά ή μεγάλα θαύματα :-)

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010

Φεστιβάλ Ρέζεκνε

Και το πάρτυ το βράδυ στο κάστρο κρατάει πολύ, και γυρίζω σπίτι πιο αργά από ποτέ, κατά τις 8 το βράδυ – όχι ντάξει, αστειάκι, γυρίζω κατά τις 4 αλλά το άλλο πρωί έχει ξύπνημα, πολύ πρωινό ξύπνημα, έπρεπε στις 9 να είμαι στο κέντρο, και 9 δεν είναι νωρίς, για τα ελληνικά μου δεδομένα είναι πολύ νωρίς αλλά για τα λετονικά είναι αρκετά νορμάλ ώρα, όχι όμως για Κυριακή..

Κυριακή πρωί όντως ήμουν στο σημείο που έπρεπε, έξω από το υπό ανακαίνιση Πολιτιστικό Κέντρο της πόλης και, στο πλάι του, ένα πούλμαν ήταν παρκαρισμένο και διάφοροι φόρτωναν τραπεζάκια και καρεκλίτσες και ρωσικούς δίσκους, δίσκους γραμμοφώνου.. Ήταν και η Άνιτα δίπλα, το μεγάλο αφεντικό , αυτή με είχε καλέσει. Στα πλαίσια περαιτέρω ενσωμάτωσής μου εν μέρει, κυρίως όμως γιατί με χρειάζονταν. Όχι εμένα εμένα, έναν νεαρό που θα έπαιζε το ρόλο που τους έλειπε. Γιατί, δεν ξέρω αν έχει γίνει κατανοητό, αλλά οι μεταφορείς τραπεζιών και δίσκων ήταν οι ηθοποιοί του ερασιτεχνικού θεάτρου της πόλης, θίασος αγαπημένος και δεμένος, εφόσον παίζουν μαζί χρόνια, κάποιοι ακόμα και 15ετία.
Εκείνο το πρωί, ο θίασος ταξίδευε στο Ρέζεκνε, μια πόλη 120χμ μακρυά, νότια, για το φεστιβάλ ερασιτεχνικού θεάτρου της πόλης.

Ήταν ένα ωραίο, ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό (μ'αρέσουν αυτά τα κλισέ..) που έγινε ακόμα πιο ωραίο από τα καλούδια που κυκλοφορούσαν στο πούλμαν, γλυκά και αλμυρά, ελίτσες και ψιψιψόνια, πάστες και σαλαμάκια, κάποια στιγμή βγήκε και μια χειροποίητη σπιτική βότκα, ένα άγγιγμα των χειλιών ήταν υπεραρκετό για τις 10 το πρωί επομένη ξενυχτιού. Όπως βέβαια υποθέτετε, εξαφανίστηκε σε λίγα λεπτά. Και πιάνουν τις κιθάρες και αρχίζουν τα τραγούδια, νόμιζα ότι λένε “λετονικά της τάβλας”, αποδείχτηκε μετά ότι ήταν τα τραγούδια της παράστασης.

Το σκηνικό

Η παράσταση λέγεται(δε θυμάμαι, δε νομίζω να έμαθα ποτέ).. Η όλη υπόθεση εξελίσσεται μέσα σε ένα καφέ-μπαρ. Είναι 2 τύποι, οι πρωταγωνιστές. Είναι και οι μόνοι που μιλάνε βάσει κειμένου. Ομιλίες, ανταλλαγές κουβέντων εκτός πλαισίου και χειρογράφου θα ακουστούν και από τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Το τι ακριβώς συζητούν οι 2, εεεεε.. Ούτε αυτό το ξέρω.. Απλά ο ένας είναι κουστουμάτος και πετυχημένος, ο άλλος φοράει πιο πρόχειρα ρούχα. Οι υπόλοιποι ρόλοι είναι η ιδιοκτήτρια του καφέ – μπαργούμαν (Anita, πριν 2-3 χρόνια ήταν η Ieva – ο θίασος έχει 3 διαφορετικά έργα και τα παίζουν εναλλάξ), ο σύζυγός της, που είναι ο τύπος που παίζει κιθάρα, στη διάρκεια των τραγουδιών έχουμε τη δυνατότητα, οι υπόλοιποι ηθοποιοί, να κινούμαστε και να μιλάμε, όταν σταματήσει το τραγούδι, τα φώτα σβήνουν, οι προβολείς πέφτουν πάνω στους 2 και οι υπόλοιποι στεκόμαστε ακίνητοι, όπως είμαστε τη στιγμή που σβήνουν τα φώτα, όσο άβολη κι αν είναι η στάση (την πρώτη φορά σε ένα τέτοιο σκηνικό, σταμάτησα μπροστά από τους 2..), 2 ρώσικης καταγωγής νεαροί, ντυμένοι με φόρμες, NY Yankees και NBA, έτοιμοι πάντα για ποτό και καβγά, ωραίοι ρόλοι, έχω πετύχει το πρωτότυπό τους πολλές φορές, ένας ταξιδιώτης, που μπαίνει στο μπαρ για ξεκούραση και πληροφορίες, ένας μεσήλικας που ψάχνει γυναίκα μέσω ίντερνετ και αγγελιών, μια γριά πόρνη, μια βρωμερή γριά ζητιάνα, ένα ζευγάρι στο πρώτο του ραντεβού, μικρό ηλικιακά, εκεί παίζει συνήθως ο Elvis και η φίλη μου η Inga, και ένας εργάτης, που μπαινοβγαίνει, πίνει τα σφηνάκια του και φεύγει, αλλά μετά από λίγο δεν μπορεί να αντισταθεί στον πειρασμό να πιει άλλο ένα, και μια παρέα που γιορτάζουν τα γενέθλια ενός από αυτούς. Δεν υπάρχει αυστηρό πλαίσιο για το ποιος μιλάει και επικοινωνεί με ποιον. Υπάρχει αυτοσχεδιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ των υποκειμένων, προκειμένου ο κάθε ρόλος να εκπληρώσει το πεπρωμένο του, να πέσει πχ ξύλο, η πόρνη να βρει λεφτά και πελάτη, ο ταξιδιώτης πληροφορίες, ο εργάτης να γίνει λιώμα κλπ.

Μπορεί να ξεχνάω και κάποιον ρόλο.. Τότε στο Ρέζεκνε, την πρώτη φορά, έπαιξα τον εργάτη, με τα σφηνάκια, τελείως κόντρα ρόλος, μεγάλο κοινό, δεν τα πήγα και τόσο καλά. Τη δεύτερη έπαιξα τον ταξιδιώτη – ρεσιτάλ! :-Ρ

Το φεστιβάλ, δε θυμάμαι αν το έγραψα νωρίτερα, ήταν διεθνές. Οπότε, μετά την παράσταση είπαμε να μείνουμε λίγο ακόμα, να δούμε και άλλα έργα. Αφού πρώτα φάγαμε σε ένα ωραίο εστιατόριο (με επαλήθευση αυτού που έχω ξαναγράψει: είχαμε σπάσει, ο θίασος, στα 3. Στο μαγαζί μπήκαμε πρώτοι η Anita, o Karlis κι εγώ. Κάτσαμε, παραγγείλαμε.. Μετά από κανά μισάωρο, ήρθε το δεύτερο γκρουπάκι. Χαιρέτησαν, άδειο το μαγαζί, έκατσαν στην άλλη άκρη. Μετά μπήκε και το τρίτο μέρος , με την Edita, τη σκηνοθέτιδα. Αλλού κι αυτοί.. Δεν άντεξα.. Ρώτησα. H Anita γέλασε, “σε πειράζει να τους ρωτήσω;” είπε. “Όχι.(=όχι, δε με πειράζει)”. Kαι ρώτησε. Και όλοι γέλασαν.. “Φυσικά δεν καθόμαστε μαζί, αφού δεν ήρθαμε μαζί” ............. )

Μετά πήγαμε σε μια άλλη παράσταση, το ωραιότερο σημείο της οποίας ήταν όταν σηκώθηκε λίγο παραπάνω το φουστανάκι της ωραιοτάτης δεσποινίδος και μετά, σε υπερπαραγωγή, το ΔΟΝ Ζουάν, στα λετονικά..
Εκεί δεν την πάλευα με τίποτα, ήθελα να κοιμηθώ, έπιασα μια θέση στην τελευταία σειρά.. Το πιο αξιοσημείωτο μέρος αυτής της παράστασης ήταν το “Α γ%$#@ου”, ίσως το πρώτο που είπα σε άνθρωπο εδώ, όταν με σκούντηξε για να περάσει..

Και πάλι πουλμανάκι, και πάλι σπίτια μας.. Δεν είχε βότκες και τραγούδια στην επιστροφή, μόνο ύπνο.Φιλική συμβουλή. Τα φεστιβάλ κινηματογράφου αντέχονται. Θέατρο μία παράσταση τη μέρα είναι, νομίζω, αρκετή..

Χριστούγεννα

Τα φετινά Χριστούγεννα τα πέρασα ήσυχα, πολύ ήσυχα, στο Gulbene. Δεν έκανα τίποτα σπουδαίο, πήρα ξηροκάρπια, πατατάκια και μπύρες και σαν χριστουγεννιάτικο σπασικλάκι, είδα το Love Actually και όλα τα χριστουγεννιάτικα επεισόδια του South Park, δηλαδή καμιά 15αριά.

Και δε με πείραξε καθόλου. Και όχι γιατί η ταινία βλεπόταν, τα πατατάκια είχαν γεύση τυρί και οι μπύρες ήταν μπύρες κανονικές και όχι κάτη σταρένιες που είχα πάρει κάποτε και ακόμα κρυώνουν στο ψυγείο.

Και δε με πείραξε καθόλου γιατί η εβδομάδα, 17-24 Δεκεμβρίου, ήταν η καλύτερη βδομάδα της χρονιάς.
Ήμουν σε ένα μέρος μακρινό, βόρειο, στο βορειότερο σημείο του πλανήτη που έχω φτάσει ποτέ, παγωμένο, χαμηλότερη θερμοκρασία -28C, με 7 υπέροχους ανθρώπους (και 2-3 guest stars)..

Έναν από αυτούς τον ξέρω απέξω κι ανακατωτά, μία κοπέλα την ξέρω αρκετά καλά και με άλλη μία είχαμε πει κάποτε ένα γεια. Με τους άλλους ποτέ, τίποτα, ούτε ήξεραν ότι υπάρχω, ούτε ήξερα ότι υπάρχουν.

Η παρούσα ανάρτηση δε θα μείνει για πολύ πρώτη πρώτη. Σε λίγες ώρες θα (έχει) ανέβει η επόμενη. Αλλά η εμπειρία της “χιονοπαρέας” - όπως αναφέρθηκε αργότερα - (μη γελάτε, η “παρέα της φεγγαρόπετρας” είναι καλύτερη;), δε θα κρυφτεί, δε θα φύγει και δε θα ξεχαστεί.

Στην αφήγηση της Λετονίας είμαι ακόμα τέλη Σεπτέμβρη. Και για πρώτη φορά πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό το blog ίσως να μην τελειώσει ποτέ. Και δεν ξέρω αν θα φτάσω να αφηγηθώ με λεπτομέρειες το πώς ήταν το 17-24/12.

Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ με 2 λόγια να κάνω περίληψη και σύνοψη. Θέλω να τα πω όλα. Και ταυτόχρονα φοβάμαι, ότι ούτε με τα λόγια θα είμαι καλός, και θα υποβαθμίσω την όλη εμπειρία.

Γι'αυτό θα πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στα παιδιά, σε όλα τα παιδιά αυτού του ταξιδιού (με και χωρίς εισαγωγικά), γιατί έκαναν τα Χριστούγεννά μου πιο λαμπερά από ποτέ, κι ας τα πέρασα “μόνος”, μόνος δεν ήμουνα ποτέ, όχι εκείνη τη μέρα..


ΥΓ. Και για να μην ξεχνιόμαστε.. Εκτός από τους νέους ΦΙΛΟΥΣ, ήξερα ότι ήμουν εκεί, και στην Πάτρα, στον καφέ ΤΗΣ παρέας ΜΟΥ.  

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Έκθεση Φωτογραφίας

Σε ένα από τα πολλά παρκάκια του Gulbene, ίσως το πιο όμορφο, σίγουρα το πιο κοντινό στη δουλειά, βρίσκονται τα λεγόμενα “κάστρα” (και το κτίριο που δουλεύω, αν και χτίστηκε αργότερα, πριν γίνει μέρος βιοτεχνικής μονάδας και στη συνέχεια αγοραστεί από το δήμο για να στεγάσει το κέντρο νεότητας, αποτελούσε κομμάτι του όλου συγκροτήματος). Τα κάστρα είναι 2, το “κόκκινο” και το “λευκό”, ίσως τα παλαιότερα κτίρια του Gulbene, χρονολογούνται στα τέλη του 18ου, αρχές 19ου αιώνα, ιδιοκτησία της οικογένειας Von Wolf, της ίδιας που είχε και το υπέροχο, αλλά ετοιμόρροπο κάστρο στο Jaungulbene (βλ. “Οι Επισκέπτες”).

Σήμερα ανήκουν στον ιδιοκτήτη του “muiza”, του ξενοδοχείου – ρεστοράν – καφέ – σπα – πολυχώρου εκδηλώσεων που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη BĀZE. Οι σχέσεις μας είναι καλές, τουλάχιστον της Ieva και της Lana (εγώ τους κρατάω λίγο μούτρα, γιατί όταν πρωτοήρθα πήγα 1-2 φορές, μου είχε πει Ieva να ζητήσω το Maris, σερβιτόρο που είχε δουλέψει 4-5 καλοκαίρια στην Ελλάδα, κάτη θυμόταν από ελληνικά, μου έκανε και έκπτωση, την πρώτη φορά 50%, τη δεύτερη 25%, και μιλάμε για το -με διαφορά- ακριβότερο εστιατόριο όλης της περιοχής, ε, μετά απολύθηκε ο Maris, πήγα κι άλλη μια φορά και το φιλέτο κοτόπουλο ήταν τελείως άψητο μέσα, σχεδόν ωμό, ε, και δεν ξαναπάτησα για φαγητό – πριν κλείσω πάντως, να θάψω το φτυάρι λέγοντας ότι οι home-made, “σπιτικές” μπύρες του είναι από τις καλύτερες που έχω δοκιμάσει εδώ, οπότε αν ποτέ έρθετε, μπορείτε να το δοκιμάσετε, ποιος ξέρει, ίσως να έχει αλλάξει κι ο σεφ..). Εκμεταλλευόμενοι λοιπόν τις καλές σχέσεις, κλείσαμε το λευκό κάστρο για την έκθεση φωτογραφίας.

Η έκθεση φωτογραφίας με θέμα τον εθελοντισμό είχε διοργανωθεί, με μεγάλη επιτυχία, όσο ήταν ακόμα ο Tibeau εδώ, δηλαδή περίπου από αρχές Μαΐου, μέχρι μέσα Ιουλίου, δηλαδή ολοκληρώθηκε πριν την άφιξή μου. Μαζεύτηκαν οι φώτο, από πάνω από 20 συμμετέχοντες, ορισμένες από αυτές ήταν πραγματικά καλλιτεχνικές, άλλες πιο καθημερινές, όλες απεικόνιζαν την ξένοιαστη καλοκαιρινή περίοδο (να βάλω και ένα αααχ εδώ, τον αναστεναγμό του “εδώ και δυο βδομάδες είμαι στο χιόνι και στο μείον”; - όταν λέμε μείον εννοούμε μέγιστη -5, ΜΕΓΙΣΤΗ -5..), λουλούδια, χρώματα κι αρώματα..

Άπειρα πέρα δώθε, κουβάλημα, κορνίζες με προσοχή, συρματάκι και το μικρό σφυράκι, σεβασμός στο κτίριο και στους -εξίσου ετοιμόρροπους- τοίχους του, οποιαδήποτε απόπειρα αποκατάστασης του κτιρίου έχει σταματήσει εδώ και χρόνια, οικονομική κρίση γαρ, μόνο το πράσινο νάιλον (μπορεί να κάνω και λάθος, σε χρώματα και υλικά είμαι άσχετος, δεν ξέρω πάνω από 10 – το αυτό και με τα δέντρα) που καλύπτει το κτίριο δείχνει ότι ίσως κάποτε υπήρχε η καλή πρόθεση ανακαίνισης/αναπαλαίωσης, σκούπισμα, το σημείο που η βροχή είχε βρει τον τρόπο να διεισδύσει και μάλιστα να πέφτει σε σημείο επικίνδυνο, στις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο – εκεί “στεγάστηκε” η έκθεση, αλλά πάνω και πέρα από όλα αυτά η αίσθηση ότι, όσο και να προσπαθούσαμε, καλύτερο μέρος δεν υπήρχε. Ακόμα κι αν η έκθεση γινόταν στο ίδιο το δημαρχείο, δε θα είχε το ίδιο ειδικό βάρος. (Θυμάμαι κάποτε, δεν το λέω αλαζονικά ή εγωιστικά, ούτε για κολακεία, απλώς βρίσκω μια αντιστοιχία, στη Βενετία, ήμουν σε ένα συνέδριο, ιατρικό, και η τελική εκδήλωση έγινε σε αίθουσα, σε ένα palazzo (ή palazzeto;), γεμάτη από πίνακες του Tintoretto, ενώ και το κτίριο αυτό καθεαυτό ήταν σημαντικό. Ο πατέρας του Ντίνου το είχε διοργανώσει, χάρη στο Ντίνο βρέθηκα εκεί, ήταν κι αυτός, (ξανασυνάντησα για πρώτη φορά κι ένα από τα παιδιά μου, τη Greta) αλλά όσο κι αν προσπάθησαν όλοι, έκανα κι εγώ μια μικρή απόπειρα, κανείς δεν κατάφερε να αποσπάσει από τον κύριο Αλέξανδρο τη γνώση του τρόπου που έκλεισε την αίθουσα για την εκδήλωση). Κατ'αναλογία λοιπόν, η έκθεση , το επιστέγασμα του μεγάλου αυτού project στεγάστηκε στο ιδανικό palazzio, αν και σε αυτή την περίπτωση, ήξερα τον τρόπο που έγινε το deal.

Η έκθεση κράτησε 2 μέρες, την πρώτη μέρα ήταν τα εγκαίνια, επίσημες ομιλίες, μίλησε κυρίως ο πατέρας της Gundega, που κάτη είναι στη νομαρχία, υπεύθυνος πολιτισμού ή κάτη τέτοιο, προϊστάμενος δηλαδή της Anita, κουστουμιές και ταγέρ, η Gundega πάντως είναι πολύ αναρχοαυτόνομο αλάνι, δεν μπορώ να φανταστώ πώς συνεννοούνται στο σπίτι. H δεύτερη μέρα ήταν και η κυρίως.

Απονομή διπλωμάτων, καφέδες, τσάγια και fingerfood, βιντεάκια που έκαναν ουσιαστικά περίληψη του project, ο Armins πέρναγε μερόνυχτα στο γραφείο για να τα ετοιμάσει, είχα βοηθήσει κι εγώ λίγο, επισκέψεις, η Ilze, μαζί με το νέο ότι το Aluksne θα αποκτύσε επιτέλους και δικό του εθελοντή, οπότε ενδεχόμενο παρέας, ήρθε κι ο Janis, ο “καλύτερος μου φίλος” τον Αύγουστο, που επέστρεψε στη Ρίγα για συνέχιση σπουδών, γνώριμα πρόσωπα, ήταν και η καθηγήτρια Λετονικών μου, κάναμε ένα μικρό μάθημα πάνω στο χρώματα και στα επίθετα και το τελικό πάρτυ, με ένα γρουπάκι κι έναν DJ να εναλλάσσονται, αλλά, για λόγους ασφαλείας, έπαιζαν μπροστά στο κενό, στα ντουβάρια, ο χορός γινόταν, χάρη στη μουσική τους, στο διπλανό δωμάτιο.

Είχα ετοιμάσει κι εγώ κάτη, αντιγραφή από ένα workshop που είχα δει στη Ρίγα, τη μέρα των γενεθλίων της.. Αντιγραφή της ιδέας, όχι των αντικειμένων.. Παίρνουμε λοιπόν μεγάλο χαρτό, σχεδόν 3Χ1, παίρνουμε και 5 σχηματάκια, έναν άνθρωπο να κρατάει μια μεγάλη μπάλα, ο πειρατής και το τόπι της Βουγιουκλάκη (think global), ένα σπίτι (act local), ένα άλογο, που στα μικρά μεγέθη έμοιαζε με σκύλο, ένα δέντρο, άλογο και δέντρο είναι οι σύντροφοί μας με το διαστημόπλοιο που λέγεται Γη, και μια καρδιά, το συναίσθημα, η αγάπη, και όλα αυτά μαζί μας κάνουν την άποψή μου περί του τι εστί εθελοντισμός. Παίρνουμε τα σχήματα, τα φτιάχνουμε σε 3 μεγέθη, εκτύπωση, (πολύ χαρτί έφυγε, δε σεβάστηκα το συνοδοιπόρο χλωρίδα) και με τα σχήματα που έχουμε κάνουμε το περίγραμμα πάνω στο χαρτί, αλληλεπίδραση σχημάτων, έκφραση συναισθημάτων.. Καλούτσικα πήγε..

Ε αυτά.. Επειδή μιλάμε για έκθεση φωτογραφίας, θα σας δείξω και κάποιες που τράβηξα εγώ κατά τη διάρκεια του διημέρου, ασφαλώς κατώτερης ποιότητας σε σχέση με αυτές των πραγματικών συμμετεχόντων στην έκθεση, αλλά και πάλι, αντέχονται.. 

Πάρκο

Κι άλλο πάρκο

Λευκό κάστρο

Logos

Υπόγα

Μέρος της έκθεσης, το 1/30

Το "κολάζ" μου

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Η συνέντευξη

(Άλλο ένα flash forward στο πρόσφατο παρελθόν, η αφήγηση θα ξαναπάει στο Σεπτέμβρη σύντομα..)

Όπως ίσως θυμάστε από τα γενέθλια της Ρίγας, χτες, 18 Νοεμβρίου, ήταν η ημέρα ανεξαρτησίας της Λετονίας, ή αλλιώς τα 92α γενέθλιά της.
Και το γιορτάσαμε δεόντως, το πρωί βάζοντας μια τεράστια σημαία στον ιστό, το μεσημέρι φτιάχνοντας κεράκια, το απόγευμα ακούγοντας τον πρόεδρο της Λετονίας στο διάγγελμά του να λέει “Kas ir patriots?”, δηλαδή “ποιος είναι ο πατριώτης;” και άρχισε να λέει “Patriots ir..” και να ψάχνει να βρει τον ορισμό της λέξης (στο απογευματινό session ήμουν μόνος στο σπίτι, διέκοψαν όλα τα ραδιόφωνα για τη μετάδοση του μηνύματός του, οπότε δεν ξέρω τι ακριβώς είπε, πάντως είχα όλη την καλή πρόθεση να τον βοηθήσω προσφέροντάς του μια ετυμολογική ανάλυση, που θα συνεχιζόταν με μια αντιφεμινιστική περί του γιατί λέμε “γη των πατέρων” και όχι “των μητέρων”), το βράδυ πηγαίνοντας στο μνημείο των πεσόντων για ύμνους και πατριωτικά τραγούδια και τη νύχτα σε karaoke πάρτυ, για πιο “ελαφρά”. Δεν τραγούδησα, δεν το σήκωνε το κλίμα γιατί όλοι τραγουδούσαν λετονικές ποπ επιτυχίες, οπότε θα ήταν άκυρο να σηκωθώ να τραγουδήσω αγγλικό στίχο, άλλωστε δεν πολυείχα όρεξη..

Το κερί μου
(6-7 φορές έχω πάει karaoke, 2 έχω τραγουδήσει, μία στη γιορτή του φίλου μου του Νίκου, που είπαμε το “One way or another” - Blondie, με τους φίλους του, νομίζω με τον Ιβάν και το Γιάννο – ή μήπως τον Άρη;, και άλλη μία στη Βουλγαρία, ημέρα γενεθλίων μου, που ντάξει, ρεσιτάλ, “Επιμένω”, Χρήστος Κυριαζής, μετά από λαϊκή απαίτηση, είναι τεράστιο σουξέ εκεί και ήθελαν Έλληνα να το πει, “Summer nights” ντουέτο με την Alexandra, και το πλήθος από κάτω να παραληρεί “tell me more, tell me more”, και για φινάλε, όταν κλείναμε το μαγαζί, τιμής ένεκεν, είπα το τελευταίο “Δεν πάω πουθενά”, ξέρετε, “μη μου ζητάς να φύγω, μες στα μεσάνυχτα, να πάρω πάλι σβάρνα τα ξενυχτάδικα..”, όλο με αναπνοή Καρρά..)

Και κάτη οι 100 μέρες, κάτη τα γενέθλια της Λετονίας, ζητήθηκε από τη μεγαλύτερη διεθνή προσωπικότητα που διαβιεί στο Gulbene να παραχωρήσει συνέντευξη στην τοπική εφημερίδα. Δυστυχώς, ο Minori Sato, γιαπωνέζος ποδοσφαιριστής, που είχε δοθεί δανεικός στην ομάδα του Gulbene και τη βοήθησε να ανέβει στην πρώτη κατηγορία αήττητη, έπρεπε να επιστρέψει στην ομάδα που ανήκει, δηλαδή στην Puebla, ομάδα 1ης εθνικής του Μεξικού, οπότε έψαξαν και βρήκαν έναν άλλο αλλοδαπό, εμένα..

Ακολουθεί η συνέντευξη, σε παρένθεση τι θα έλεγα αν με ρωτούσε κάποιος στο δρόμο χωρίς μολύβι, χαρτί και μαγνητόφωνο..

Προσθήκη λεζάντας

(Στο εξώφυλλο, παραπομπή στη συνέντευξη με τίτλο “Το Gulbene με τα μάτια του Αντρέα”)
Τίτλος συνέντευξης : Όπως Ανδρέας ηλιόλουστη Ελλάδα αντιστραφεί (λέει η μετάφραση του Google, κι εδώ μπερδεμένα μου το μεταφράζουν..)

Ερ.: Πώς νιώθεις στο Gulbene αυτές τις 100 μέρες;
Απ.: Ο Αϊνστάιν έλεγε “1 ώρα δίπλα σε μια όμορφη κοπέλα μοιάζει με 5 λεπτά, 1 ώρα δίπλα σε έναν βαρετό γέρο μοιάζει με μία μέρα”. Κοιτάζοντας πίσω, βλέπω ότι οι 100 μέρες πέρασαν γρήγορα. Οπότε υποθέτω περνάω καλά εδώ.
(Καλά.. Ξέρω γω..)

Ερ.: Ποια είναι η άποψή σου για την πόλη μας; Περιβάλλον, άνθρωποι, νέοι.
Απ.: Το Gulbene είναι ωραία πόλη. Πράσινο, λίμνες, ποταμάκια, δυνατότητα να πηγαίνω παντού με το ποδήλατο.. Ποιότητα ζωής. Οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι είμαι ξένος, προσπαθούν να βοηθήσουν, πάντα με χαμόγελο. Οι νέοι είναι ανεξάρτητοι και πολύ ώριμοι για την ηλικία τους, είναι χαρά μου να δουλεύω μαζί τους.
(..)

Ερ.: Τι ήξερες για τη Λετονία πριν έρθεις εδώ;
Απ.: Για να είμαι ειλικρινής, οι γνώσεις μου για τη Λετονία ήταν μάλλον περιορισμένες. Ήξερα ότι η Λετονία είναι η μεγαλύτερη από τις Βαλτικές χώρες και ότι είστε έθνος με ιστορία αιώνων αλλά μόνο λίγα χρόνια ανεξαρτησίας (μην ξεγελιέστε από το 92, στην πραγματικότητα ελεύθερη Λετονία είναι γύρω στα 42-44..). Ήξερα για το ΔΝΤ και την οικονομική κρίση, το Βερμπακόφσκις που παίζει στον Εργοτέλη και ότι είχατε κερδίσει κάποτε τη Eurovision.

Ερ.: Ποια είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά μας (των Λετονών);
Απ.: Δηλώνω πραγματικά εντυπωσιασμένος από το πόσο ήρεμοι είναι οι Λετονοί και πώς ακολουθούν πάντα τους κανόνες του νόμου και τη τάξης. (Στη συνέντευξη ακολουθούσε και παράδειγμα, αλλά το φυλάω για ειδική ανάρτηση)
(Καλοί άνθρωποι, αλλά είστε λίγο αγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα..)

Ερ.: Please (αλήθεια, έτσι ξεκινούσε η ερώτηση!), πες μας για σένα. Τι κάνεις εδώ, από που έρχεσαι; Πες μας για την πόλη καταγωγής σου!
Απ.: Mani sauc Andreas un es esmu no Griekijas (στα λετονικά..). (Τα υπόλοιπα τα ξέρετε, ποιος – τι – γιατί, ακολουθεί ο ύμνος στην Πάτρα). Είμαι από την Πάτρα, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας. Η Πάτρα είναι ωραία πόλη, περπατιέται εύκολα και ευχάριστα, μεταξύ βουνού και θάλασσας, με υπέροχες παραλίες και με χιονοδρομικό κέντρο σχετικά κοντά. Έχει πολλά μέρη που μπορεί να πάει κάποιος και να περάσει καλά, ατελείωτα καφέ και ένα κάστρο. Η Oλυμπία είναι 2 ώρες μακρυά και η Αθήνα 3. Δούλεψα λίγο (αχαχαχααχα) πριν έρθω εδώ, (έκανα το) δικηγόρο(ς), (αχαχαχαχαχαχαχαχαααχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχααχ, δεν μπορώ, γελάω, αχαχαχαχα..). Η οικογένειά μου είναι εκεί και πολλοί φίλοι. Δεν είμαι σίγουρος αν θέλω να πάω μόνιμα εκεί όταν φύγω από τη Λετονία. Αλλά υποθέτω υπάρχει χρόνος γι'αυτό.
(Αφού πρώτα ψάξατε το Σάτο, τώρα σας έπιασε ο καημός ποιος είμαι και τι κάνω; Γ$#%^ο, ξέχασα το καρναβάλι..)

Ερ.: Τι σε δυσκόλεψε περισσότερο στην προσαρμογή σου εδώ στην αρχή.
Απ.: (Το φυλάω για άλλη ανάρτηση, συγγνώμη..)

Ερ.: Λετονία – Ελλάδα. Ομοιότητες και διαφορές.
Απ.: Ξέρω ότι όλοι περιμένετε για να πω για την κρίση, αλλά δε θα πω. Κοινά πράγματα στις 2 χώρες είναι η προθυμία να βοηθήσουμε έναν ξένο, ακόμα κι αν δεν είμαστε ακριβώς σίγουροι πώς να το κάνουμε αυτό, η μεγάλη αγάπη που έχουμε για τις χώρες μας, που όμως μένει κάτω από το όριο του να γίνουμε εθνικιστές και να απορρίψουμε οτιδήποτε δεν είναι ελληνικό/λετονικό, η έλλειψη εμπιστοσύνης στους πολιτικούς και οι δύσκολες, αλλά πολύ ενδιαφέρουσες γλώσσες μας, καμία σχέση με τα “άνοστα” αγγλικά. Οι διαφορές είναι ότι εσείς είστε “κολλημένοι” με το νόμο, ενώ εμείς, οκ, δεν είμαστε εγκληματίες, αλλα συχνά έχουμε παραβατική συμπεριφορά, ότι μιλάτε σιγά, ειδικά τα παιδιά, ενώ εμείς μιλάμε δυνατά, έχω πιάσει τον εαυτό μου να μιλάει δυνατά στο τηλέφωνο και γύρω μου όλοι να με κοιτάζουν σαν να τσακώνομαι, ενώ απλά μιλούσα. Επίσης είστε καλύτεροι οδηγοί από μας.. 2 πολύ σημαντικές ομοιότητες είναι επίσης οι πολύ όμορφες κοπέλες και ότι πάντα βρίσκετε και βρίσκουμε, εύκολα, μια αφορμή για γιορτή.
(Και η κρίση (κοινό) και ο τρόπος αντιμετώπισής της (διαφορά).)

Ερ.: Τα κυριότερα προβλήματα που βλέπεις στην κοινωνία μας.
Απ.: (Εκτός από το χειμώνα; με χαμογελάκι) Λοιπόν, με βάση όσα έχω δει και έχω συζητήσει, σαν εξωτερικός παρατηρητής, αν έπρεπε να πω 3 προβλήματα, θα έλεγα: Ανεργία, υψηλότατη κατανάλωση αλκοόλ και το γεγονός ότι δε θεωρείτε τον αλκοολισμό πρόβλημα.
(Ευχαριστώ την Ξένια για τη βοήθεια στη διατύπωση της απάντησης, αλλιώς θα έλεγα απευθείας “μπεκρήδες.”

Ερ.: Τι λείπει από το Gulbene?
Απ.: Από το Gulbene, κατά τη γνώμη μου, λείπουν λίγα περισσότερα καφέ, μια πισίνα και πολλοί κάδοι ανακύκλωσης. Υπάρχουν κάποιοι, αλλά λίγοι. Και με αυτούς, και η οικολογική συνείδηση θα μεγαλώσει. Α! Και ένα σινεμά θα ήταν χρήσιμο.
(Είπα, εγώ, που έρχομαι από τα ντουμάνια της Πάτρας και της Αθήνας, στους Λετονούς με το 50% της επιφάνειας της χώρας τους που καλύπτεται από δάσος.)

Ερ.: Τι θα σου λείψει από εδώ όταν θα πας πίσω στην Ελλάδα;
Απ.: Γενικά στη ζωή μου, παίρνω τα πράγματα “πακέτο”. Μέρη, καταστάσεις, ανθρώπους, κυρίως αυτούς. Οπότε νομίζω ότι θα πάρω όλο το πακέτο μαζί. Αν και δεν το σκέφτομαι πολύ ακόμα, νομίζω θα μου λείψουν περισσότερο οι κοπέλες που δουλεύουμε μαζί στο γραφείο.
(Το μέρος του πακέτου είναι κλεμμένο. Από κάποια που ξέρει να εκτιμά πράγματα και καταστάσεις πολύ καλύτερα από μένα)

Ερ.: Οι ευχές σου για τα 92α γενέθλια της Λετονίας.
Απ.: Στην Ελλάδα η συνηθέστερη ευχή στα γενέθλια , μετά το “Χρόνια Πολλά!” Είναι το “να τα εκατοστήσεις!”. Αλλά τα χρόνια περνάνε και μεγαλώνουμε και τα 100 πλησιάζουν επικίνδυνα, οπότε το αλλάζουμε στο “να τα χιλιάσεις!”. Τα 92 είναι κοντά στα 100, οπότε η ευχή είναι “Να τα χιλιάσεις Λετονία!”.
(Να τα κατοστήσεις και βλέπουμε..)



YΓ1. Οι απαντήσεις είναι μετάφραση και όχι διασκευή από τα αγγλικά, όπου και "ακούγονται" καλύτερα. Και δεν ξέρω αν είναι ό,τι γραφτηκε στην εφημερίδα.
ΥΓ2. 17 Νοέμβρη ήθελα να είμαι Ελλάδα.